Ορισμός
Η ραιβοϊπποποδία αποτελεί συγγενής πάθηση και είναι η συχνότερη παραμόρφωση του ποδιού που παρουσιάζεται στα νεογέννητα με συχνότητα εμφάνισης ένα στα χίλια μωρά. Από αυτά το 30% θα παρουσιάσει την πάθηση και στα δύο πόδια.
Αιτίες
Οι ακριβείς αιτίες εμφάνισης αυτής της πάθησης δεν είναι γνωστές.
Η διάγνωση δύναται να γίνει υπερηχογραφικά κατά τη διάρκεια της κύησης και συνίσταται σε έσω στροφή, υπτιασμό και βράχυνση του άκρου ποδός λόγω ρικνών τενόντων που διέρχονται από την έσω πλευρά της γαστροκνημίας, της ποδοκνημικής άρθρωσης και του άκρου ποδός.
Η ραιβοϊπποποδία δεν προκαλεί αίσθηση πόνου και κατά κανόνα θεραπεύεται, ειδικά όταν η θεραπεία αρχίσει αμέσως μετά τη γέννηση του παιδιού.
Υπάρχουν δύο κύριες κατηγορίες ραιβοϊπποποδίας:
- Η ιδιοπαθής ραιβοϊπποποδία η οποία προκαλείται κυρίως από την κακή ενδομήτρια θέση, χωρίς περαιτέρω ιατρικά προβλήματα. Στις περισσότερες περιπτώσεις θεραπεύεται εφόσον αντιμετωπισθεί άμεσα.
- Η ραιβοϊπποποδία πού οφείλεται σε νευρολογικά αίτια δηλαδή σε διάφορες νευρομυικές παθήσεις, όπως η αρθρογρύπωση, η μηνιγγομυελοκήλη και η εγκεφαλική παράλυση. Χαρακτηριστικό της κατηγορίας αυτής είναι η πολύ έντονη παραμόρφωση του ποδιού.
Η αντιμετώπιση της παιδικής ραιβοϊπποποδίας γίνεται κυρίως με συντηρητική θεραπεία και η λειτουργική αποκατάσταση του κάτω άκρου είναι συνήθως πλήρης.
Για περιστατικά που χρίζουν φαρμακευτικής αγωγής και χειρουργικής επέμβασης, το ΠΟΔΙΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ συνεργάζεται με την αντίστοιχη ιατρική ειδικότητα.